Αναρτήσεις

  Χριστουγεννιάτικη ιστορία  του Γρηγόρη Αζαριάδη Έξη χρόνια στη φυλακή. Έξη ολόκληρα χρόνια εκεί που μια μόνο μέρα μοιάζει με αιώνα. Το κουβάρι του χρόνου ξετυλίγεται με ρυθμό σακατεμένης χελώνας. Όλα φαίνονται σχεδόν ακίνητα και το μόνο που δείχνει την αλλαγή είναι το ιδιόχειρο σημειωματάριο, εκεί όπου με οδυνηρό πόνο τα μεσάνυχτα σβήνω με το μολύβι την μέρα που πέρασε. Έξη χρόνια, 2192 μέρες στο περίπου. Και να περιμένω άλλα δύο χρόνια για τη μέρα, που θα ανοίξουν οι πόρτες της φυλακής κι εγώ θα τις διαβώ και θα χαθώ στον δρόμο προς την πόλη, χωρίς να ρίξω ένα τελευταίο βλέμμα πίσω μου. Και θα επιστρέψω στην κοινωνία, έχοντας συμπληρώσει το χρέος μου. Ποια κοινωνία και ποιο χρέος μου ; Αλλά, αυτό είναι μια άλλη μεγάλη ιστορία. Το μόνο που έχω στο μυαλό μου είναι να βγω έξω, να αναπνεύσω τον καθαρό αέρα και να νιώσω ελεύθερος από τα δεσμά μου. Όσο για το τί γίνεται μέσα μου, ή για το έχει γίνει στη διάρκεια αυτών των χρόνων, είναι ένα ερώτημα, που θα μου πάρει πολύ καιρό να ...
  Τα Χριστούγεννα της Λίνε Βίσερ   της Πέμης Γκανά Αγαπητή μου Ρόζελιν, πες απλά πως σήμερα είναι μια συνηθισμένη ήμερα, ή μάλλον, καλύτερα, μια Κυριακή. Το ρόστ μπιφ έτοιμο από ώρα, και ο πουρές γλυκοπατάτας σχεδόν έτοιμος,  αγαπητέ Μπεν θα ήθελα ένα ποτήρι λευκό κρασί! (αχ Λίνε, πότε επιτέλους θα μάθεις πως το ροστ μπιφ για να αναδειχθεί χρειάζεται κόκκινο κρασί) κοίταξε αγαπητέ μου, κρέμασα γκι σε όλες τις πόρτες ίσως συναντηθούμε και με φιλήσεις, αλήθεια πόσα χρόνια έχεις να με φιλήσεις; (Λίνε πότε επιτέλους θα καταλάβεις πως έπαψα εδώ και χρόνια να σε αγαπώ;). Τα παιδιά δεν δίνουν καμία σημασία, έχουν ακουστικά στα αυτιά τους και κρατούν τάμπλετ, ίσως μιλούν με τους φίλους τους ίσως και όχι, δεν καταλαβαίνω, ο Μπεν δυναμώνει το its a wonderfull life και γελά δυνατά. Έπειτα μιλά χαμηλόφωνα στο κινητό ρίχνοντας κλεφτές ματιές στα παιδιά, όχι, εμένα δεν με κοιτάζει, κι αν τυχαία πέσει η ματιά του πάνω μου ίσως σχολιάσει τα κιλά που έχω πάρει (Λίνε έχεις πάρει βάρος στην...
Αναζητώντας την κατάνυξη  του Άγγελου Μανουσόπουλου Ημέρα 1η «Μην κάνεις καμιά ανοησία κι έρθεις προς τα ’δω. Άφησε ανοιχτά να αεριστεί και μετά βάλε το καλοριφέρ. Θα σου ψωνίσω από το σούπερ μάρκετ και θα σου φέρω ό,τι άλλο χρειάζεσαι, βιβλία, περιοδικά,τον υπολογιστή, το σκληρό δίσκο με τις ταινίες–τι άλλο θέλεις; Θα τα αφήσω στην πόρτα, μόλις ακούσεις το κουδούνι να περιμένεις να φύγω και –τι λες τώρα; Σε ποιο δωμάτιο να απομονωθείς; Λες κι έχουμε πολλά! Πάλι καλά που έχουμε κι αυτή τη γκαρσονιέρα. Κι όσο σκέφτομαι ότι κόντεψα να βριστώ με το νοικάρη που σηκώθηκε κι έφυγε απροειδοποίητα... Δεν το συζητώ, Δημήτρη, δεν είναι μια αιωνιότητα, δεκατέσσερις μέρες είναι. Δεν θα καταλάβεις πότε θα περάσουν. Παραμονή Πρωτοχρονιάς θα είμαστε πάλι μαζί. Εντάξει, θα χάσεις τα Χριστούγεννα φέτος, τι να κάνουμε; Θα μου λείψεις και πολύ περισσότερο στα κορίτσια, αλλάξέρεις πόσοι θα κάνουν Χριστούγεννα μόνοι στα νοσοκομεία και τις εντατικές; Μόνο παρακάλα να μην εμφανίσεις συμπτώματα κι έχουμε ...
  Το γράμμα  του Λευτέρη Μπούρου Τα πόδια στις μύτες, το χέρι τεντωμένο ανάμεσα στα κλαδιά, η γλώσσα του στο πλάι, έξω απ’ το στόμα, όμως χαμένος κόπος: Tο κάτω μέρος της κρεμασμένης κόκκινης κάλτσας, εκεί που -από ότι του ‘λεγε ο μπαμπάς-είχε πατήσει κάποτε η χοντρουλή φτέρνα του Άγιου Βασίλη,απέχειακόμη μια παλάμη από τα ακροδάχτυλά του.Τoπροηγούμενο πρωινό, όταν ήταν να στείλει το γράμμα, δεν το ‘κανε μόνος:ο μπαμπάς το είχε διπλώσει και το ‘χε βάλει μέσα στην κάλτσα, αφού πρώτα τον διαβεβαίωσε ότι ο Άγιος θα έπαιρνε το μήνυμα το βράδυ, όταν ο Γιαννάκης θα κοιμόταν στο κρεβατάκι του· όπως κάνουν όλα τα καλά παιδιά, δηλαδή. Τώρα, ακόμη στις μύτες των ποδιών, το μόνο πουθέλει είναι να δει εάν η παραγγελία τουέχει φύγει για Βόρειο Πόλο. Αυτά τα Χριστούγεννα, έχει ζητήσει κάτι πολύ σημαντικό: Ασφαλώς ο Γιαννάκης ξέρει ότι ο Άγιος Βασίλης δεν μπορεί να του κάνει όλα τα χατίρια· πέρυσι, που η μαμά ήταν ακόμη καλά, τον είχε μαλώσει λέγοντάς του ότι δεν μπορούσε να ζητάει όλα τα κά...
  Το αστέρι στην κορυφή  της Κικής Τσιλιγγερίδου «Μαμά;» «Ναι;…» «Δεν κουνιέται καθόλου ο μπαμπάς». «Όχι, δεν κουνιέται». «Έπεσε από τη σκαλίτσα που στόλιζε το δέντρο». «Αυτό είδες; Αυτό έγινε; Έπεσε από τη σκαλίτσα την ώρα που στόλιζε το δέντρο;» «Ναι. Κι εσύ δεν ήσουν εκεί κοντά». «Δεν ήμουν;» «Όχι. Ήσουν στην κουζίνα μας». «Ήμουν στην κουζίνα…» «Ναι. Και ούτε τον χτύπησες στο κεφάλι με το κουτί των εργαλείων». «Αλλά τι έγινε;» «Σου είπα. Έπεσε από τη σκαλίτσα που στόλιζε το δέντρο, πάνω στο κουτί των εργαλείων». «Με το κεφάλι;» «Με το κεφάλι». «Και πώς έγινε αυτό;» «Νομίζω όταν τεντώθηκε για να βάλει το αστέρι στην κορυφή». «Όταν τεντώθηκε για να βάλει το αστέρι στην κορυφή…» «Ναι. Κατευθείαν πάνω στο κουτί με τα εργαλεία. Με το κεφάλι. Και το κουτί είναι σιδερένιο». «Ναι, είναι σιδερένιο. Αλλά… αλλά τότε πώς έγινε και σκόρπισαν όλα τα εργαλεία στο πάτωμα;» «Δεν σκόρπισαν, μαμά». «Δεν σκόρπισαν;» «Όχι. Θα τα βάλουμε στη θέση τους. Δεν σκόρπισαν». «Αυτά θα πεις δηλαδή; Όταν ...